Η ακτογραμμή του δυτικού Σαρωνικού κόλπου, από τον Ισθμό της Κορίνθου έως την Παλαιά και Νέα Επίδαυρο, αποτελεί μια περιοχή όπου η ιστορία της ναυσιπλοΐας και των αρχαίων ελληνικών πόλεων συνδέεται στενά με τη γεωγραφία. Τα βουνά της βορειοανατολικής Πελοποννήσου κατεβαίνουν σχεδόν μέχρι τη θάλασσα, δημιουργώντας μικρούς όρμους και φυσικά αγκυροβόλια. Οι ακτές αυτές βρίσκονται κοντά σε έναν από τους σημαντικότερους διαύλους της αρχαιότητας, τον Ισθμό της Κορίνθου, ο οποίος χώριζε την Πελοπόννησο από τη στερεά Ελλάδα και αποτελούσε κομβικό σημείο εμπορίου και μετακίνησης.

Ήδη από τους αρχαϊκούς χρόνους η περιοχή συνδεόταν με τη δύναμη της αρχαίας Κορίνθου, μιας από τις σημαντικότερες ναυτικές και εμπορικές πόλεις της Μεσογείου. Η θέση της στον Ισθμό της επέτρεπε τον έλεγχο τόσο του Σαρωνικού όσο και του Κορινθιακού κόλπου. Από τον 7ο αιώνα π.Χ. η πόλη εξελίχθηκε σε μεγάλο εμπορικό κέντρο, ενώ η ναυτιλία και το εμπόριο της έφεραν πλούτο και επιρροή σε όλο τον ελληνικό κόσμο. Για να αποφευχθεί ο επικίνδυνος περίπλους της Πελοποννήσου, οι Κορίνθιοι κατασκεύασαν τον περίφημο δίολκο, έναν λιθόστρωτο διάδρομο πάνω στον οποίο μεταφέρονταν τα πλοία δια ξηράς από τον έναν κόλπο στον άλλο.

Κατά μήκος των ακτών του δυτικού Σαρωνικού αναπτύχθηκαν μικροί οικισμοί και λιμένες που εξυπηρετούσαν την επικοινωνία μεταξύ Πελοποννήσου και Αργολίδας. Ένας από αυτούς ήταν ο όρμος του σημερινού Κόρφου, ο οποίος βρίσκεται σε φυσικά προστατευμένο κόλπο απέναντι από τις ακτές της Αττικής. Η γεωγραφική του θέση τον καθιστούσε χρήσιμο αγκυροβόλιο για τα πλοία που κινούνταν μεταξύ Σαρωνικού και Αργολικού κόλπου, ενώ οι γύρω ορεινοί όγκοι δημιουργούν ένα από τα πιο κλειστά και ασφαλή φυσικά λιμάνια της περιοχής.

Λίγο νοτιότερα βρίσκεται η περιοχή της Επιδαύρου, γνωστή ήδη από την αρχαιότητα ως σημαντικό θρησκευτικό και πολιτιστικό κέντρο. Η αρχαία πόλη συνδέθηκε με το περίφημο ιερό του Ασκληπιού, ένα από τα σημαντικότερα θεραπευτικά κέντρα του αρχαίου κόσμου. Προσκυνητές από όλη τη Μεσόγειο ταξίδευαν εδώ αναζητώντας θεραπεία και πνευματική κάθαρση, ενώ το επιβλητικό θέατρο της Επιδαύρου, κατασκευασμένο τον 4ο αιώνα π.Χ., θεωρείται έως σήμερα ένα από τα καλύτερα διατηρημένα αρχαία θέατρα.

Κατά τους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους οι ακτές αυτές συνέχισαν να αποτελούν σημαντικό θαλάσσιο πέρασμα ανάμεσα στον Σαρωνικό και τον Αργολικό κόλπο. Τα μικρά φυσικά λιμάνια χρησιμοποιούνταν από εμπορικά πλοία, αλιείς και ταξιδιώτες, ενώ η γειτνίαση με την Επίδαυρο και την Κόρινθο εξασφάλιζε συνεχή κίνηση ανθρώπων και αγαθών.

Στους βυζαντινούς και μεταγενέστερους αιώνες η περιοχή διατήρησε τον ναυτικό της χαρακτήρα, αν και οι μικροί οικισμοί παρέμειναν σχετικά απομονωμένοι. Τα απότομα βουνά που κατεβαίνουν στη θάλασσα και οι πολλοί όρμοι δημιούργησαν μια ακτογραμμή που προσέφερε ασφαλή καταφύγια αλλά και δυσπρόσιτες ακτές, γεγονός που επηρέασε τη ναυσιπλοΐα μέχρι τους νεότερους χρόνους.