Τα δυτικά τμήματα του Κορινθιακού κόλπου, από το Αίγιο έως τα ήρεμα νερά του όρμου του Αγίου Νικολάου, συνθέτουν ένα τοπίο όπου το βουνό συναντά τη θάλασσα με έντονη δραματικότητα, και όπου η ιστορία ξεδιπλώνεται αθόρυβα αλλά αδιάκοπα μέσα στους αιώνες. Σε αντίθεση με τον πολιτικά ισχυρότερο ανατολικό κόλπο, η περιοχή αυτή εξελίχθηκε κυρίως ως ένας διάδρομος επικοινωνίας, εμπορίου και ναυσιπλοΐας, που συνέδεε την Πελοπόννησο με τη δυτική Ελλάδα και το Ιόνιο πέλαγος.

Στην αρχαιότητα, το Αίγιο (αρχαίο Αίγιον) υπήρξε μία από τις σημαντικότερες πόλεις της Αχαϊκής Συμπολιτείας, ενός ισχυρού πολιτικού συνασπισμού κατά την Ελληνιστική περίοδο. Εδώ λάμβαναν χώρα συνελεύσεις και αποφάσεις που επηρέαζαν τις ισορροπίες σε ολόκληρη τη νότια Ελλάδα. Η ακτογραμμή προς τα δυτικά, αν και λιγότερο αστικοποιημένη, ήταν διάσπαρτη από μικρούς οικισμούς και φυσικά αγκυροβόλια, που εξυπηρετούσαν τοπικές ανάγκες εμπορίου και αλιείας. Απέναντι, οι περιοχές της Αιτωλίας και της Λοκρίδας αποτελούσαν άλλοτε συμμάχους και άλλοτε αντιπάλους, σε μια διαρκή αλληλεπίδραση.

Η στρατηγική σημασία της περιοχής αναδείχθηκε περισσότερο κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο, όταν ο Κορινθιακός αποτέλεσε βασική θαλάσσια αρτηρία μεταξύ της ανατολικής Μεσογείου και της Αδριατικής. Τα λιμάνια της περιοχής, αν και μικρά, λειτουργούσαν ως ενδιάμεσοι σταθμοί ενός ευρύτερου εμπορικού δικτύου. Ωστόσο, η πραγματική ανάδειξη ενός λιμανιού ήρθε στους μεσαιωνικούς χρόνους, με τη Ναύπακτο να ξεχωρίζει.

Η αρχαία ονομασία της, Ναύπακτος, σημαίνει «τόπος ναυπήγησης πλοίων», και ήδη από την αρχαιότητα μαρτυρεί τον ναυτικό της χαρακτήρα. Το φυσικά προστατευμένο λιμάνι της και η καίρια γεωγραφική της θέση την κατέστησαν πολύτιμο στρατηγικό σημείο. Στα Βυζαντινά χρόνια αποτέλεσε σημαντικό οχυρωμένο λιμάνι, ενώ κατά την Ενετοκρατία εξελίχθηκε σε ένα ισχυρότατο ναυτικό φρούριο, που έλεγχε την είσοδο του κόλπου.

Η σημασία αυτή κορυφώθηκε με μία από τις σημαντικότερες ναυμαχίες της Μεσογείου, τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571 μ.Χ.). Η σύγκρουση των στόλων της Ιεράς Συμμαχίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, λίγο έξω από την είσοδο του κόλπου, αποτέλεσε σημείο καμπής για την ευρωπαϊκή ναυτική ιστορία, ανακόπτοντας την οθωμανική επέκταση προς τη Δύση. Από τότε, το όνομα της Ναυπάκτου συνδέθηκε άρρηκτα με αυτό το ιστορικό γεγονός.

Στους επόμενους αιώνες, η περιοχή πέρασε διαδοχικά υπό Ενετική και Οθωμανική κυριαρχία, έως ότου εντάχθηκε στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης (1821–1829 μ.Χ.). Παρά τις ιστορικές ανακατατάξεις, η ακτογραμμή διατήρησε έναν πιο ήπιο χαρακτήρα, με τους οικισμούς να βασίζονται κυρίως στη ναυτοσύνη, τη γεωργία και το τοπικό εμπόριο.

Τοπία όπως η Ερατεινή, ο Πάνορμος, αλλά και το ιδιαίτερο νησί των Τριζονίων, διατηρούν μέχρι σήμερα αυτή τη διαχρονική σχέση με τη θάλασσα. Ο κόλπος του Αγίου Νικολάου, με τα προστατευμένα νερά του, αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα της φυσικής καταφυγής που προσφέρει ο Κορινθιακός κόλπος στους ναυτικούς, ήδη από την αρχαιότητα.