
Στο κέντρο του Σαρωνικού κόλπου, ανάμεσα στις ακτές της Αττικής και της βορειοανατολικής Πελοποννήσου, βρίσκονται τα νησιά της Αίγινας και του Αγκιστρίου, δύο τόποι με μακραίωνη ναυτική ιστορία και ισχυρή σύνδεση με τη θάλασσα. Η Αίγινα, δεύτερη σε μέγεθος νησί του Σαρωνικού μετά τη Σαλαμίνα, υπήρξε από την αρχαιότητα σημαντικός σταθμός εμπορίου και ναυσιπλοΐας. Οι περισσότεροι οικισμοί και οι καλλιέργειες βρίσκονται στο βόρειο και δυτικό τμήμα του νησιού, ενώ οι νότιες και νοτιοανατολικές ακτές παραμένουν πιο άγριες και λιγότερο κατοικημένες.
Το όνομα του νησιού συνδέεται με τη νύμφη Αίγινα, κόρη του θεού Ασωπού. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Δίας την ερωτεύτηκε και την απήγαγε στο νησί Οινώνη, όπως λεγόταν τότε η Αίγινα. Από την ένωσή τους γεννήθηκε ο Αιακός, μυθικός βασιλιάς του νησιού και πρόγονος ηρώων όπως ο Αχιλλέας και ο Αίας. Η μυθολογική αυτή παράδοση δείχνει πόσο βαθιά ριζωμένη ήταν η σημασία του νησιού ήδη από τα πρώτα χρόνια της ελληνικής παράδοσης.
Η ναυτική ιστορία της Αίγινας ξεκινά πολύ νωρίς. Ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ., το νησί αποτελούσε εμπορικό σταθμό για τα πλοία που κινούνταν στο Αιγαίο. Οι Αιγινήτες θεωρούνται από τους πρώτους Έλληνες ναυτικούς που χρησιμοποίησαν πλοία με πανιά, γεγονός που ενίσχυσε την εμπορική και ναυτική τους δύναμη. Η σημασία της ναυτικής άμυνας ήταν επίσης μεγάλη· αναφέρεται ότι στα πρόσγεια του λιμανιού της Αίγινας είχε δημιουργηθεί ένα σύστημα από τεχνητούς υφάλους, ώστε τα εχθρικά πλοία να προσαράζουν πριν πλησιάσουν το λιμάνι.
Κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους η ιστορία του νησιού συνδέθηκε με τις ταραχές της Ανατολικής Μεσογείου. Από τον 11ο έως τον 16ο αιώνα μ.Χ., η Αίγινα υπέφερε από συνεχείς πειρατικές επιδρομές. Στα τέλη του 12ου αιώνα μάλιστα αναφέρεται ότι το νησί χρησιμοποιήθηκε ως βάση πειρατών που πραγματοποιούσαν επιδρομές στις ακτές της Αττικής. Ο μητροπολίτης Αθηνών Μιχαήλ Χωνιάτης χαρακτήρισε τότε την Αίγινα «φωλιά των πειρατών», μια ένδειξη της αστάθειας που επικρατούσε στην περιοχή εκείνη την εποχή.
Νοτιοδυτικά της Αίγινας βρίσκεται το μικρό νησί του Αγκιστρίου, ένας κατάφυτος τόπος με πυκνά πευκοδάση και ήπιο κλίμα. Στην αρχαιότητα ήταν μέλος του βασιλείου της Αίγινας του Αιακού και ήταν γνωστό με το όνομα Κεκρυφάλεια, που σημαίνει «στολισμένη κεφαλή». Παρότι οι αρχαιολογικές έρευνες στο νησί είναι περιορισμένες, ευρήματα δείχνουν ότι κατοικήθηκε τουλάχιστον από τον 5ο αιώνα π.Χ., πιθανότατα από αποίκους προερχόμενους από την Πελοπόννησο.
Όπως και πολλά μικρά νησιά του Σαρωνικού, το Αγκίστρι γνώρισε δύσκολες περιόδους κατά τα βυζαντινά και μεταγενέστερα χρόνια. Οι πειρατικές επιδρομές οδηγούσαν συχνά τους κατοίκους στην εγκατάλειψη του νησιού. Αναφέρεται ότι τον 14ο αιώνα μ.Χ. εγκαταστάθηκαν εδώ Αρβανίτες, ενώ τον 17ο αιώνα το νησί ερημώθηκε και πάλι. Στο Αγκίστρι βρίσκεται και ο τάφος του αρματολού Μητρομάρα, αγωνιστή που έγινε γνωστός κατά τα Ορλωφικά και πέθανε στο νησί το 1772.
Στους νεότερους χρόνους η ζωή στα δύο νησιά άλλαξε σημαντικά. Η Αίγινα εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο ζωντανούς προορισμούς του Σαρωνικού, διατηρώντας όμως τον παραδοσιακό της χαρακτήρα γύρω από το ιστορικό λιμάνι της. Το Αγκίστρι, με μικρό πληθυσμό και πλούσια φύση, γνώρισε ανάπτυξη κυρίως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η θαλάσσια σύνδεση με τον Πειραιά ενίσχυσε την οικονομία του. Σήμερα τα δύο νησιά αποτελούν έναν από τους πιο αγαπημένους προορισμούς για τους ταξιδιώτες του Σαρωνικού, συνδυάζοντας ιστορία, φύση και βαθιά ναυτική παράδοση.







