
Η Παλαιόχωρα, στο νοτιοδυτικό άκρο της Κρήτης, δεν είναι απλώς ένας καλοκαιρινός οικισμός αλλά μια μικρή χερσόνησος που φέρει επάνω της στρώματα ιστορίας. Το στενό της ακρωτήριο, που χωρίζει δύο παραλίες και «κοιτά» στο Λιβυκό Πέλαγος, υπήρξε φυσικό σημείο ελέγχου ήδη από τους μεσαιωνικούς χρόνους.
Κατά τη διάρκεια της Βενετοκρατίας, η περιοχή του Σελίνου θεωρήθηκε δύσκολη και ανυπότακτη. Για να εδραιώσουν την εξουσία τους, οι Βενετοί έκτισαν το φρούριο που είναι γνωστό ως Καστέλι Σελίνου (Castel Selino), περί το 1272–1282 μ.Χ. Το κάστρο δεν σχεδιάστηκε για πολυτέλεια αλλά για έλεγχο: επέβλεπε θαλάσσιες κινήσεις και επέβαλλε διοικητική τάξη σε μια περιοχή με έντονο τοπικό χαρακτήρα και επαναστατική διάθεση.
Η ιστορία του υπήρξε ταραχώδης. Το φρούριο καταστράφηκε και ξαναχτίστηκε περισσότερες από μία φορές, ενώ το 1332 μ.Χ. αναφέρεται ότι πέρασε στα χέρια επαναστατημένων Κρητών. Σήμερα σώζονται τμήματα τειχών και δεξαμενών· όμως η αξία του τόπου έγκειται κυρίως στην αίσθηση εποπτείας που προσφέρει και στην κατανόηση του πώς η Βενετία προσάρμοζε την αρχιτεκτονική της σε κάθε φυσικό ανάγλυφο.
Έλυρος
Ανατολικότερα, η Σούγια συνδέεται με πολύ αρχαιότερες ρίζες. Στην αρχαιότητα ήταν γνωστή ως Συία, λιμενικός σταθμός της ισχυρής ενδοχώρας της Ελύρου. Η νοτιοδυτική Κρήτη δεν ήταν απομονωμένη, αλλά τμήμα ενός δικτύου πόλεων που επικοινωνούσαν δια θαλάσσης. Η αρχαία Έλυρος, χτισμένη σε φυσικά οχυρή θέση πάνω από τη Σούγια, γνώρισε ακμή από τους κλασικούς και ελληνιστικούς χρόνους. Περί το 300 π.Χ., συμμετείχε σε συμμαχία πόλεων της περιοχής, με κοινή νομισματοκοπία – ένδειξη πολιτικής συνοχής και οικονομικής ωριμότητας. Από την Έλυρο ελέγχονταν τα λιμάνια της Συίας και της Λισσού, διαμορφώνοντας ένα τριγωνικό σύστημα πόλης–λιμανιών–ενδοχώρας.
Η κατοίκηση της περιοχής ανάγεται τουλάχιστον στη Γεωμετρική περίοδο, ενώ η πόλη γνωρίζει ακμή κατά τους Κλασικούς και Ελληνιστικούς χρόνους (5ος–3ος αιώνας π.Χ.). Περί το 300 π.Χ. η Έλυρος συμμετείχε σε περιφερειακή συμμαχία πόλεων της δυτικής Κρήτης, γεγονός που φανερώνει πολιτική οργάνωση και οικονομική ευρωστία. Η ίδια έκοβε δικά της νομίσματα, ένδειξη αυτονομίας και εμπορικής δραστηριότητας.
Κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους η πόλη διατηρεί τη σημασία της, επωφελούμενη από τη σταθερότητα και τα εμπορικά δίκτυα της ρωμαϊκής κυριαρχίας. Στους πρώτους Βυζαντινούς αιώνες εξελίσσεται σε επισκοπική έδρα, στοιχείο που υποδηλώνει διοικητική και θρησκευτική βαρύτητα. Στον χώρο έχουν εντοπιστεί ερείπια παλαιοχριστιανικών βασιλικών, δεξαμενές και τμήματα οχυρώσεων, μαρτυρώντας τη συνέχεια ζωής και θεσμών.
Η παρακμή και τελική εγκατάλειψη της Έλυρου φαίνεται να συνδέεται με τις αραβικές επιδρομές του 9ου αιώνα μ.Χ. και τη γενικότερη ανασφάλεια της περιόδου. Όπως συνέβη και σε άλλες κρητικές πόλεις, ο πληθυσμός μετακινήθηκε σταδιακά σε ασφαλέστερες ή πιο προσβάσιμες θέσεις, αφήνοντας την ορεινή ακρόπολη να σιωπήσει.
Λισσός
Η Αρχαία Λισσός υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα παράκτια κέντρα της νοτιοδυτικής Κρήτης, φυσικό λιμάνι της ενδοχώρας της Ελύρου. Χτισμένη σε έναν προστατευμένο όρμο ανάμεσα σε απότομους λόφους, συνδύαζε την ασφάλεια της γεωμορφολογίας με την άμεση πρόσβαση στο Λιβυκό Πέλαγος. Αποτελούσε χαρακτηριστικό παράδειγμα της σχέσης ορεινής μητρόπολης και θαλάσσιου εξαρτήματος.
Η πόλη γνώρισε ιδιαίτερη ακμή κατά τους Ελληνιστικούς και Ρωμαϊκούς χρόνους, όταν εξελίχθηκε σε εμπορικό και θρησκευτικό κέντρο. Η φήμη της συνδέεται κυρίως με το Ασκληπιείο, ιερό αφιερωμένο στον Ασκληπιό, θεό της ιατρικής. Το ιερό προσέλκυε πιστούς από όλη την Κρήτη, οι οποίοι κατέφθαναν για θεραπεία, προσφορές και ίαση, καθιστώντας τη Λισσό τόπο προσκυνήματος και πνευματικής αναφοράς.
Αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν οργανωμένη αστική δομή: λείψανα ναών, βάσεις αγαλμάτων, νομίσματα και επιγραφές επιβεβαιώνουν την οικονομική δραστηριότητα και τη θρησκευτική ακτινοβολία της πόλης. Στους Ρωμαϊκούς χρόνους η Λισσός ενισχύεται, ενώ κατά τους πρώτους Βυζαντινούς αιώνες οικοδομούνται παλαιοχριστιανικές βασιλικές με ψηφιδωτά δάπεδα, ένδειξη συνέχειας ζωής και θεσμών.
Η παρακμή της πόλης τοποθετείται πιθανότατα στον 9ο αιώνα μ.Χ., περίοδο αραβικών επιδρομών και γενικευμένης ανασφάλειας στην Κρήτη. Σταδιακά ο οικισμός εγκαταλείφθηκε και καλύφθηκε από τη βλάστηση, διατηρώντας ωστόσο τη μνήμη του ως ιερός και θεραπευτικός τόπος.
Σήμερα, η Λισσός προσεγγίζεται κυρίως πεζοπορικά από τη Σούγια ή δια θαλάσσης. Ο επισκέπτης αντικρίζει έναν τόπο όπου τα ερείπια εντάσσονται αρμονικά στο φυσικό περιβάλλον. Η μικρή παραλία, τα διάσπαρτα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα και η αίσθηση απομόνωσης δημιουργούν μια εμπειρία όπου ιστορία και τοπίο συνυπάρχουν αδιάσπαστα.
Η μάχη της Κρήτης
Στους νεότερους χρόνους, η περιοχή δεν έμεινε αμέτοχη στις αναταράξεις του 20ού αιώνα. Κατά τη Μάχη της Κρήτης (20 Μαΐου 1941 μ.Χ.), ολόκληρη η Δυτική Κρήτη βρέθηκε στο επίκεντρο πολεμικών επιχειρήσεων και αντιποίνων. Η κοντινή Κάνδανος καταστράφηκε ολοσχερώς στις 3 Ιουνίου 1941 μ.Χ., γεγονός που σφράγισε τη συλλογική μνήμη της περιοχής.
Αξιοθέατα
- Καστέλι Σελίνου (Παλαιόχωρα) – Ερείπια βενετσιάνικου φρουρίου με πανοραμική θέα στο Λιβυκό Πέλαγος και καθαρή κατανόηση της στρατηγικής θέσης της χερσονήσου.
- Αρχαία Λισσός – Αρχαιολογικός χώρος με Ασκληπιείο, ρωμαϊκά λείψανα και πρώιμες χριστιανικές βασιλικές σε ένα απομονωμένο φυσικό περιβάλλον.
- Αρχαία Έλυρος – Ορεινή πόλη-κράτος με τμήματα τειχών και θέα που εξηγεί τη γεωπολιτική της σημασία.
- Παραλιακός πεζόδρομος Παλαιόχωρας – Σημείο περιπάτου όπου διακρίνεται καθαρά η μορφολογία της δίδυμης ακτής της πόλης.
Γεύσεις της Περιοχής
Η γαστρονομία της νοτιοδυτικής Κρήτης παραμένει αυθεντική και λιτή, βασισμένη στην ποιότητα των πρώτων υλών. Το ελαιόλαδο Σελίνου, με ήπια πικράδα και φρουτώδες άρωμα, συνοδεύει χόρτα εποχής και απλές σαλάτες.
Στην Παλαιόχωρα και τη Σούγια συναντά κανείς φρέσκο ψάρι Λιβυκού – συχνά ψημένο απλά στη σχάρα – και παραδοσιακά κρητικά πιάτα όπως ντάκος, καλιτσούνια και τοπικά τυριά. Το μέλι θυμαριού και η ρακή ολοκληρώνουν το τραπέζι με τον γνώριμο κρητικό χαρακτήρα.





